Localized Raw Material
Μετάφραση
Τοπικοποιημένη πρώτη ύλη📘 Ορισμός
Υλικό που προέρχεται από την εγχώρια αγορά κοντά στην παραγωγική μονάδα.
📝 Παραδείγματα
Το βωξίτη θεωρείται localized raw material, καθώς εξορύσσεται σε περιορισμένες περιοχές του κόσμου.
